Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πλευροκοπώ

ρήμα
•
  1. στρατιωτικός όροςκάνω επίθεση από τα πλευρά ενός στρατεύματος ή στρατιωτικού τμήματος, από τα πλάγια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πλευροκοπώ < αρχαία ελληνική πλευροκοπέω / πλευροκοπῶ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπλευροκοπώπλευροκοπείςπλευροκοπείπλευροκοπούμεπλευροκοπείτεπλευροκοπούν / πλευροκοπούνε
Παρατατικόςπλευροκοπούσαπλευροκοπούσεςπλευροκοπούσεπλευροκοπούσαμεπλευροκοπούσατεπλευροκοπούσαν / πλευροκοπούσανε
Αόριστοςπλευροκόπησαπλευροκόπησεςπλευροκόπησεπλευροκοπήσαμεπλευροκοπήσατεπλευροκοπήσαν / πλευροκοπήσανε / πλευροκόπησαν
Μέλλονταςθα πλευροκοπήσω / θα πλευροκοπώθα πλευροκοπήσεις / θα πλευροκοπείςθα πλευροκοπήσει / θα πλευροκοπείθα πλευροκοπήσουμε / θα πλευροκοπούμεθα πλευροκοπήσετε / θα πλευροκοπείτεθα πλευροκοπήσουν / θα πλευροκοπήσουνε / θα πλευροκοπούν / θα πλευροκοπούνε
Παρακείμενοςέχω πλευροκοπήσειέχεις πλευροκοπήσειέχει πλευροκοπήσειέχουμε πλευροκοπήσειέχετε πλευροκοπήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα πλευροκοπήσειείχες πλευροκοπήσειείχε πλευροκοπήσειείχαμε πλευροκοπήσει——
Υποτακτικήνα έχω πλευροκοπήσει / να πλευροκοπήσω / να πλευροκοπώνα έχεις πλευροκοπήσει / να πλευροκοπήσεις / να πλευροκοπείςνα έχει πλευροκοπήσει / να πλευροκοπήσει / να πλευροκοπείνα έχουμε πλευροκοπήσει / να πλευροκοπήσουμε / να πλευροκοπούμενα έχετε πλευροκοπήσει / να πλευροκοπήσετε / να πλευροκοπείτενα πλευροκοπήσουν / να πλευροκοπήσουνε / να πλευροκοπούν / να πλευροκοπούνε
Προστακτική—πλευροκόπει / πλευροκόπησε——πλευροκοπήστε / πλευροκοπείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →