πορνεία
•
- η έναντι αμοιβής προσφορά σεξουαλικών υπηρεσιών Βικιλεξικό
- Η μετάβαση λοιπόν στη βιομηχανική εποχή που ακολούθησε την αγροτική οικονομία και κοινωνία, συνδέθηκε με τις επιδρομές των ληστών, την παράνομη οπλοκατοχή αλλά και το λαθρεμπόριο. Κατόπιν, η μετάβαση στην καταναλωτική κοινωνία, είχε ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη του οργανωμένου εγκλήματος, το οποίο σε εκείνη τη φάση είχε ως αντικείμενο κυρίως τον έλεγχο της πορνείας, του τζόγου, του αλκοόλ κλπ.
- γενικότεραη ανηθικότητα, η ακολασία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πορνεία < αρχαία ελληνική πορνεία < πορνεύω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πορνεία | πορνείες |
| Γενική | πορνείας | πορνειών |
| Αιτιατική | πορνεία | πορνείες |
| Κλητική | πορνεία | πορνείες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →