Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πορνεία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η έναντι αμοιβής προσφορά σεξουαλικών υπηρεσιών Βικιλεξικό
    • Η μετάβαση λοιπόν στη βιομηχανική εποχή που ακολούθησε την αγροτική οικονομία και κοινωνία, συνδέθηκε με τις επιδρομές των ληστών, την παράνομη οπλοκατοχή αλλά και το λαθρεμπόριο. Κατόπιν, η μετάβαση στην καταναλωτική κοινωνία, είχε ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη του οργανωμένου εγκλήματος, το οποίο σε εκείνη τη φάση είχε ως αντικείμενο κυρίως τον έλεγχο της πορνείας, του τζόγου, του αλκοόλ κλπ.
  2. γενικότεραη ανηθικότητα, η ακολασία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πορνεία < αρχαία ελληνική πορνεία < πορνεύω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπορνείαπορνείες
Γενικήπορνείαςπορνειών
Αιτιατικήπορνείαπορνείες
Κλητικήπορνείαπορνείες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →