πορνογραφία
•
- η απεικόνιση σεξουαλικών πράξεων (σε μορφή εικόνων, βίντεο, γραπτού λόγου ή άλλων μέσων) με σκοπό τη σεξουαλική διέγερση Βικιλεξικό
- Συγκεκριμένα, τα θέματα που προτείνουν οι ... να συμπεριλαμβάνονται στα σεξουαλικά εκπαιδευτικά προγράμματα των ατόμων με αυτισμό ή / και νοητική καθυστέρηση αφορούν την σεξουαλική υγεία, τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα και το AIDS, άσεμνες χειρονομίες και προσβλητικά σχόλια, εξερεύνηση του σώματος, γύμνια, ερωτική συνεύρεση, αυνανισμό και σεξουαλικό αυτοερεθισμό, σεξουαλικό προσανατολισμό, «οικείο» άγγιγμα, ραντεβού, αποφυγή εγκυμοσύνης, εγκυμοσύνη, συγκατοίκηση, γάμο, πορνογραφία, ερωτικό υλικό, σεξουαλική εκμετάλλευση, κακοποίηση και παρενόχληση. (Ευαγγελία Μπαρμπούδη, Σεξουαλικότητα και σεξουαλική εκπαίδευση ατόμων με αυτισμό ή/ και νοητική καθυστέρηση. Μια πιλοτική έρευνα σε γονείς, διπλ. εργασία, Παν. Μακεδονίας, τμήμα εκπαιδευτικής και κοινωνικής πολιτικής, Θεσσαλονίκη, 2012, σελ. 22-23)
Ετυμολογία
πορνογραφία (μαρτυρείται από το 1893) < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική pornographie + -ία < pornographe < ελληνιστική κοινή πορνογρᾰ́φος < αρχαία ελληνική πόρνος + γράφω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πορνογραφία | πορνογραφίες |
| Γενική | πορνογραφίας | πορνογραφιών |
| Αιτιατική | πορνογραφία | πορνογραφίες |
| Κλητική | πορνογραφία | πορνογραφίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →