πραξικοπηματικός
•
- που έχει σχέση με πραξικόπημα ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
- μεταφορικάαιφνίδιος, αυθαίρετος, δόλιος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πραξικοπηματικός < πραξικόπημα + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πραξικοπηματικός | πραξικοπηματική | πραξικοπηματικό |
| Γενική | πραξικοπηματικού | πραξικοπηματικής | πραξικοπηματικού |
| Αιτιατική | πραξικοπηματικό | πραξικοπηματική | πραξικοπηματικό |
| Κλητική | πραξικοπηματικέ | πραξικοπηματική | πραξικοπηματικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πραξικοπηματικοί | πραξικοπηματικές | πραξικοπηματικά |
| Γενική | πραξικοπηματικών | πραξικοπηματικών | πραξικοπηματικών |
| Αιτιατική | πραξικοπηματικούς | πραξικοπηματικές | πραξικοπηματικά |
| Κλητική | πραξικοπηματικοί | πραξικοπηματικές | πραξικοπηματικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →