Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πραξικοπηματικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με πραξικόπημα ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάαιφνίδιος, αυθαίρετος, δόλιος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πραξικοπηματικός < πραξικόπημα + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπραξικοπηματικόςπραξικοπηματικήπραξικοπηματικό
Γενικήπραξικοπηματικούπραξικοπηματικήςπραξικοπηματικού
Αιτιατικήπραξικοπηματικόπραξικοπηματικήπραξικοπηματικό
Κλητικήπραξικοπηματικέπραξικοπηματικήπραξικοπηματικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπραξικοπηματικοίπραξικοπηματικέςπραξικοπηματικά
Γενικήπραξικοπηματικώνπραξικοπηματικώνπραξικοπηματικών
Αιτιατικήπραξικοπηματικούςπραξικοπηματικέςπραξικοπηματικά
Κλητικήπραξικοπηματικοίπραξικοπηματικέςπραξικοπηματικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →