πραξικόπημα
•
- πολιτικήοργανωμένη και χωρίς νομιμοποίηση απόπειρα κατάληψης της εξουσίας από πολιτικούς ή στρατιωτικούς Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηοποιαδήποτε δόλια και βίαιη ενέργεια αιφνιδιάζει και αλλάζει μια κατάσταση. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πραξικόπημα < ελληνιστική κοινή πραξικοπέω / πραξικοπῶ, πραξικοπη- + -μα < αρχαία ελληνική πρᾶξις (< πράττω) + κόπτω (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική coup d’État)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πραξικόπημα | πραξικοπήματα |
| Γενική | πραξικοπήματος | πραξικοπημάτων |
| Αιτιατική | πραξικόπημα | πραξικοπήματα |
| Κλητική | πραξικόπημα | πραξικοπήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →