προπαρασκευάζω
•
- προετοιμάζω κάτι, ετοιμάζω κάτι πριν την κυρία ετοιμασία, εκ των προτέρων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προπαρασκευάζω < αρχαία ελληνική προπαρασκευάζω < προ- + παρασκευάζω < παρα- + σκευάζω < σκευή
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προπαρασκευάζω | προπαρασκευάζεις | προπαρασκευάζει | προπαρασκευάζουμε | προπαρασκευάζετε | προπαρασκευάζουν / προπαρασκευάζουνε |
| Παρατατικός | προπαρασκεύαζα | προπαρασκεύαζες | προπαρασκεύαζε | προπαρασκευάζαμε | προπαρασκευάζατε | προπαρασκευάζαν / προπαρασκευάζανε / προπαρασκεύαζαν |
| Αόριστος | προπαρασκεύασα | προπαρασκεύασες | προπαρασκεύασε | προπαρασκευάσαμε | προπαρασκευάσατε | προπαρασκευάσαν / προπαρασκευάσανε / προπαρασκεύασαν |
| Μέλλοντας | θα προπαρασκευάζω / θα προπαρασκευάσω | θα προπαρασκευάζεις / θα προπαρασκευάσεις | θα προπαρασκευάζει / θα προπαρασκευάσει | θα προπαρασκευάζουμε / θα προπαρασκευάσουμε | θα προπαρασκευάζετε / θα προπαρασκευάσετε | θα προπαρασκευάζουν / θα προπαρασκευάζουνε / θα προπαρασκευάσουν / θα προπαρασκευάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω προπαρασκευάσει | έχεις προπαρασκευάσει | έχει προπαρασκευάσει | έχουμε προπαρασκευάσει | έχετε προπαρασκευάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προπαρασκευάσει | είχες προπαρασκευάσει | είχε προπαρασκευάσει | είχαμε προπαρασκευάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προπαρασκευάσει / να προπαρασκευάζω / να προπαρασκευάσω | να έχεις προπαρασκευάσει / να προπαρασκευάζεις / να προπαρασκευάσεις | να έχει προπαρασκευάσει / να προπαρασκευάζει / να προπαρασκευάσει | να έχουμε προπαρασκευάσει / να προπαρασκευάζουμε / να προπαρασκευάσουμε | να έχετε προπαρασκευάσει / να προπαρασκευάζετε / να προπαρασκευάσετε | να προπαρασκευάζουν / να προπαρασκευάζουνε / να προπαρασκευάσουν / να προπαρασκευάσουνε |
| Προστακτική | — | προπαρασκεύαζε / προπαρασκεύασε | — | — | προπαρασκευάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
προπαρασκευάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →