προσάπτω
•
- προσαρμόζω, προσδένω Βικιλεξικό
- μεταφορικάρίχνω σε κάποιον τις ευθύνες μιας ενέργειας, λογαριάζω κάτι σε βάρος άλλου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσάπτω < αρχαία ελληνική προσάπτω < πρός + ἅπτω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →