προσβάσιμος
•
- για χώρο ή δικτυακό τόποπου παρέχει τη δυνατότητα πρόσβασης, προσπελάσιμος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσβάσιμος < πρόσβαση + -σιμος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προσβάσιμος | προσβάσιμη | προσβάσιμο |
| Γενική | προσβάσιμου | προσβάσιμης | προσβάσιμου |
| Αιτιατική | προσβάσιμο | προσβάσιμη | προσβάσιμο |
| Κλητική | προσβάσιμε | προσβάσιμη | προσβάσιμο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προσβάσιμοι | προσβάσιμες | προσβάσιμα |
| Γενική | προσβάσιμων | προσβάσιμων | προσβάσιμων |
| Αιτιατική | προσβάσιμους | προσβάσιμες | προσβάσιμα |
| Κλητική | προσβάσιμοι | προσβάσιμες | προσβάσιμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →