Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προσβάσιμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. για χώρο ή δικτυακό τόποπου παρέχει τη δυνατότητα πρόσβασης, προσπελάσιμος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προσβάσιμος < πρόσβαση + -σιμος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροσβάσιμοςπροσβάσιμηπροσβάσιμο
Γενικήπροσβάσιμουπροσβάσιμηςπροσβάσιμου
Αιτιατικήπροσβάσιμοπροσβάσιμηπροσβάσιμο
Κλητικήπροσβάσιμεπροσβάσιμηπροσβάσιμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροσβάσιμοιπροσβάσιμεςπροσβάσιμα
Γενικήπροσβάσιμωνπροσβάσιμωνπροσβάσιμων
Αιτιατικήπροσβάσιμουςπροσβάσιμεςπροσβάσιμα
Κλητικήπροσβάσιμοιπροσβάσιμεςπροσβάσιμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →