προσβατός
•
- που μπορεί να τον πλησιάσει κανένας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσβατός < προσβα- + -τός < προσβαίνω (= πλησιάζω, προσεγγίζω)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προσβατός | προσβατή | προσβατό |
| Γενική | προσβατού | προσβατής | προσβατού |
| Αιτιατική | προσβατό | προσβατή | προσβατό |
| Κλητική | προσβατέ | προσβατή | προσβατό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προσβατοί | προσβατές | προσβατά |
| Γενική | προσβατών | προσβατών | προσβατών |
| Αιτιατική | προσβατούς | προσβατές | προσβατά |
| Κλητική | προσβατοί | προσβατές | προσβατά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →