προσυπογράφω
•
- υπογράφω από κοινού με άλλον ή άλλους Βικιλεξικό
- Με προεδρικό διάταγμα, το οποίο εκδίδεται μετά από πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομικών, ρυθμίζονται θέματα που αφορούν στη βεβαίωση εσόδων, στην ανάληψη υποχρεώσεων, στην έκδοση χρηματικών ενταλμάτων, στην ευθύνη και στον καταλογισμό σε βάρος των προσώπων που τα εκδίδουν και τα προσυπογράφουν, στη διαδικασία και το περιεχόμενο του ελέγχου των χρηματικών ενταλμάτων, στη χρηματική διαχείριση της ταμειακής υπηρεσίας, στη λογοδοσία των υπαλλήλων που ασκούν καθήκοντα ταμία (Νόμος 3852/2010, Άρθρο 268)
- δίνω την έγκρισή μου σε κάτι, αποδέχομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσυπογράφω < (ελληνιστική κοινή) < πρός + αρχαία ελληνική ὑπογράφω < ὑπό + γράφω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προσυπογράφω | προσυπογράφεις | προσυπογράφει | προσυπογράφουμε | προσυπογράφετε | προσυπογράφουν / προσυπογράφουνε |
| Παρατατικός | προσυπέγραφα | προσυπέγραφες | προσυπέγραφε | προσυπογράφαμε | προσυπογράφατε | προσυπέγραφαν / προσυπογράφαν / προσυπογράφανε |
| Αόριστος | προσυπέγραψα | προσυπέγραψες | προσυπέγραψε | προσυπογράψαμε | προσυπογράψατε | προσυπέγραψαν / προσυπογράψαν / προσυπογράψανε |
| Μέλλοντας | θα προσυπογράφω / θα προσυπογράψω | θα προσυπογράφεις / θα προσυπογράψεις | θα προσυπογράφει / θα προσυπογράψει | θα προσυπογράφουμε / θα προσυπογράψουμε | θα προσυπογράφετε / θα προσυπογράψετε | θα προσυπογράφουν / θα προσυπογράφουνε / θα προσυπογράψουν / θα προσυπογράψουνε |
| Παρακείμενος | έχω προσυπογράψει | έχεις προσυπογράψει | έχει προσυπογράψει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προσυπογράψει | είχες προσυπογράψει | είχε προσυπογράψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προσυπογράψει / να προσυπογράφω / να προσυπογράψω | να έχεις προσυπογράψει / να προσυπογράφεις / να προσυπογράψεις | να έχει προσυπογράψει / να προσυπογράφει / να προσυπογράψει | να προσυπογράφουμε / να προσυπογράψουμε | να προσυπογράφετε / να προσυπογράψετε | να προσυπογράφουν / να προσυπογράφουνε / να προσυπογράψουν / να προσυπογράψουνε |
| Προστακτική | — | έχε προσυπογραμμένο / προσυπόγραφε / προσυπόγραψε | — | — | προσυπογράφετε / προσυπογράψτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →