Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πτύελο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το πτύελο και στον πληθυντικό τα πτύελα σημαίνουν το σάλιο αλλά και τα αποχρεμπτόμενα φλέγματα, τα εκκρίματα που παράγονται στο αναπνευστικό σύστημα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πτύελο < πτύω ηχοπ. από το "πτου"

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπτύελοπτύελα
Γενικήπτυέλου / πτύελουπτυέλων
Αιτιατικήπτύελοπτύελα
Κλητικήπτύελοπτύελα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →