πτύω
•
- λόγιοφτύνω, στη σημασία αποχρέμπτομαι, βγάζω απ' το στόμα μου σάλιο, ή φλέγμα, ή άλλο (όπως τρόφιμο) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πτύω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πτύω. Συγκρίνετε με το φτύνω. Δε σχετίζεται το πτύον (φτυάρι).
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πτύω | πτύεις | πτύει | πτύουμε | πτύετε | πτύουν / πτύουνε |
| Παρατατικός | έπτυα | έπτυες | έπτυε | πτύαμε | πτύατε | έπτυαν / πτύαν / πτύανε |
| Αόριστος | έπτυσα | έπτυσες | έπτυσε | πτύσαμε | πτύσατε | έπτυσαν / πτύσαν / πτύσανε |
| Μέλλοντας | θα πτύσω / θα πτύω | θα πτύεις / θα πτύσεις | θα πτύει / θα πτύσει | θα πτύουμε / θα πτύσουμε | θα πτύετε / θα πτύσετε | θα πτύουν / θα πτύουνε / θα πτύσουν / θα πτύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω πτύσει | έχεις πτύσει | έχει πτύσει | έχουμε πτύσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πτύσει | είχες πτύσει | είχε πτύσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πτύσει / να πτύσω / να πτύω | να έχεις πτύσει / να πτύεις / να πτύσεις | να έχει πτύσει / να πτύει / να πτύσει | να έχουμε πτύσει / να πτύουμε / να πτύσουμε | να πτύετε / να πτύσετε | να πτύουν / να πτύουνε / να πτύσουν / να πτύσουνε |
| Προστακτική | — | πτύε / πτύσε | — | — | πτύετε / πτύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →