ριζικάρης
•
- λαϊκότροποπου έχει καλό ριζικό, καλή τύχη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ριζικάρης < ριζικό + -άρης
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ριζικάρης | ριζικάρα | ριζικάρικο |
| Γενική | ριζικάρη | ριζικάρας | ριζικάρικου |
| Αιτιατική | ριζικάρη | ριζικάρα | ριζικάρικο |
| Κλητική | ριζικάρη | ριζικάρα | ριζικάρικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ριζικάρηδες | ριζικάρες | ριζικάρικα |
| Γενική | ριζικάρηδων | — | ριζικάρικων |
| Αιτιατική | ριζικάρηδες | ριζικάρες | ριζικάρικα |
| Κλητική | ριζικάρηδες | ριζικάρες | ριζικάρικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →