Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σελήνη

/seˈli.ni/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. αστρονομίαουράνιο σώμα περιφερόμενο γύρω από έναν πλανήτη Βικιλεξικό
    • Η αποστολή αυτή, εξόν από τη μελέτη της σεληνιακής επιφάνειας, θα βοηθήσει και στην κατανόηση πολλών άλλων φαινομένων του ηλιακού μας συστήματος, όπως τους μεγάλους αστεροειδείς, τον πλανήτη Ερμή, ή τις άλλες σελήνες που περιστρέφονται στην τροχιά άλλων πλανητών, εκτιμούν οι υπεύθυνοι του προγράμματος αυτού, που δρομολογήθηκε το 2008 και κόστισε 280 εκατ. δολάρια. (* enet.gr)

Ετυμολογία

σελήνη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σελήνη

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσελήνη—
Γενικήσελήνης—
Αιτιατικήσελήνη—
Κλητικήσελήνη—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →