σκοπευτής
•
- κάποιος που σκοπεύει, που σημαδεύει, που στοχεύει με ένα όπλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκοπευτής < ελληνιστική κοινή σκοπευτής < αρχαία ελληνική σκοπεύω / σκοπέω < σκοπός ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική franc-tireur)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκοπευτής | σκοπευτές |
| Γενική | σκοπευτή | σκοπευτών |
| Αιτιατική | σκοπευτή | σκοπευτές |
| Κλητική | σκοπευτή | σκοπευτές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →