Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σταθμάρχης

/staθˈmar.çis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ο επικεφαλής ενός σταθμού (τρένων, λεωφορείων, χωροφυλακής κ.λπ.) Βικιλεξικό
    • Ξυπνήσαμε πρωί. Σε λίγο κινήσαμε. / ―Συχώρα με, θεέ μου, είπε ο νονός και βγήκαμε και πήραμε το δρόμο κατά το Μπράλο, που ήταν ο σταθμός. Όταν φτάσαμε, ο νονός έπιασε κουβέντα με το σταθμάρχη. / ―Για να πάω στο μοναστήρι, πού θα σταματήσουμε; ―Στο Λιανοκλάδι. / ―Κοντά είναι, είπε ο νονός. Και δεν θα κοστίσει πολύ, ε; …Μια—δυο δεκάρες; / Ο σταθμάρχης γέλασε. / ―Βάλε ακόμα! είπε. / ―50 λεπτά; / ―Ακόμα! / ―Πάμε!… Πάμε!…, μου λέει. Να πέσει κανένας σε αμαρτία και να πληρώσει πάνω από 50, είναι πολύ. / Σε λίγο πρόσθεσε: / ―Μη θα κουραστεί ο σιδηρόδρομός σας που θα πάρει δυο ανθρώπους παραπάνω; Ίσα οι μεγάλοι, ίσα κι εμείς, φτωχοί άνθρωποι, να πληρώσουμε; Ωστόσο πλήρωσε και μας έδωσαν δυο χαρτάκια. Διάβασα «Μπράλος —Λιανοκλάδιον.» (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Το Θηρίο)
  2. ο επικεφαλής ενός τοπικού παραρτήματος της αμερικανικής υπηρεσίας πληροφοριών (CIA) Βικιλεξικό
    • Γκάφα του Λευκού Οίκου: Αποκάλυψε την ταυτότητα σταθμάρχη της CIA. Ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε κατά λάθος το όνομα του επικεφαλής της CIA στο Αφγανιστάν. (…) Η λίστα με τα ονόματα 15 αξιωματούχων δόθηκε σε 6.000 άτομα, όπως αναφέρει το περιοδικό Time, με το όνομα του σταθμάρχη της CIA να συμπεριλαμβάνεται κανονικά στον κατάλογο. (*)

Ετυμολογία

σταθμάρχης < σταθμός + -άρχης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσταθμάρχηςσταθμάρχες
Γενικήσταθμάρχησταθμαρχών
Αιτιατικήσταθμάρχησταθμάρχες
Κλητικήσταθμάρχησταθμάρχες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →