Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συμπρωταγωνιστής

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. κυριολεκτικάηθοποιός που είναι πρωταγωνιστής μαζί με κάποιον άλλον, που έχει τον κύριο ρόλο σε ένα (θεατρικό, κινηματογραφικό, τηλεοπτικό κ.λπ.) έργο Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάκάποιος που φαίνεται να είναι το κύριο πρόσωπο σε γεγονότα μαζί με κάποιον άλλον Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συμπρωταγωνιστής < συμ- + πρωταγωνιστής

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυμπρωταγωνιστήςσυμπρωταγωνιστές
Γενικήσυμπρωταγωνιστήσυμπρωταγωνιστών
Αιτιατικήσυμπρωταγωνιστήσυμπρωταγωνιστές
Κλητικήσυμπρωταγωνιστήσυμπρωταγωνιστές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →