συμπρωταγωνιστής
•
- κυριολεκτικάηθοποιός που είναι πρωταγωνιστής μαζί με κάποιον άλλον, που έχει τον κύριο ρόλο σε ένα (θεατρικό, κινηματογραφικό, τηλεοπτικό κ.λπ.) έργο Βικιλεξικό
- μεταφορικάκάποιος που φαίνεται να είναι το κύριο πρόσωπο σε γεγονότα μαζί με κάποιον άλλον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συμπρωταγωνιστής < συμ- + πρωταγωνιστής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συμπρωταγωνιστής | συμπρωταγωνιστές |
| Γενική | συμπρωταγωνιστή | συμπρωταγωνιστών |
| Αιτιατική | συμπρωταγωνιστή | συμπρωταγωνιστές |
| Κλητική | συμπρωταγωνιστή | συμπρωταγωνιστές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →