τοιχίζω
•
- φτιάχνω (γύρω–γύρω) τοίχο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τοιχίζω < ελληνιστική κοινή τοιχίζω < αρχαία ελληνική τοῖχος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τοιχίζω | τοιχίζεις | τοιχίζει | τοιχίζουμε | τοιχίζετε | τοιχίζουν / τοιχίζουνε |
| Παρατατικός | τοίχιζα | τοίχιζες | τοίχιζε | τοιχίζαμε | τοιχίζατε | τοίχιζαν / τοιχίζαν / τοιχίζανε |
| Αόριστος | τοίχισα | τοίχισες | τοίχισε | τοιχίσαμε | τοιχίσατε | τοίχισαν / τοιχίσαν / τοιχίσανε |
| Μέλλοντας | θα τοιχίζω / θα τοιχίσω | θα τοιχίζεις / θα τοιχίσεις | θα τοιχίζει / θα τοιχίσει | θα τοιχίζουμε / θα τοιχίσουμε | θα τοιχίζετε / θα τοιχίσετε | θα τοιχίζουν / θα τοιχίζουνε / θα τοιχίσουν / θα τοιχίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω τοιχίσει | έχεις τοιχίσει | έχει τοιχίσει | έχουμε τοιχίσει | έχετε τοιχίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τοιχίσει | είχες τοιχίσει | είχε τοιχίσει | είχαμε τοιχίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τοιχίσει / να τοιχίζω / να τοιχίσω | να έχεις τοιχίσει / να τοιχίζεις / να τοιχίσεις | να έχει τοιχίσει / να τοιχίζει / να τοιχίσει | να έχουμε τοιχίσει / να τοιχίζουμε / να τοιχίσουμε | να έχετε τοιχίσει / να τοιχίζετε / να τοιχίσετε | να τοιχίζουν / να τοιχίζουνε / να τοιχίσουν / να τοιχίσουνε |
| Προστακτική | — | τοίχιζε / τοίχισε | — | — | τοιχίζετε / τοιχίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →