τοξικολογία
•
- ιατρικήο κλάδος που μελετά την επίδραση των τοξικών ουσιών στον οργανισμό και αναζητεί μεθόδους για την εξουδετέρωσή τους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τοξικολογία < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική toxicologie ή λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική toxicology < αρχαία ελληνική τόξον + λέγω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τοξικολογία | τοξικολογίες |
| Γενική | τοξικολογίας | τοξικολογιών |
| Αιτιατική | τοξικολογία | τοξικολογίες |
| Κλητική | τοξικολογία | τοξικολογίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →