φωτιά
•
- η ταυτόχρονη παραγωγή θερμότητας και φωτός η οποία παρατηρείται κατά τη γρήγορη καύση εύφλεκτου υλικού που συνοδεύεται συνήθως από φλόγα Βικιλεξικό
- Η ελιά είναι ο σβέρκος ή αλλιώς ο λαιμός του βόειου. Αρκετά λιπαρό και μαλακό κομμάτι το οποίο μπορεί να μαγειρευτεί με ή χωρίς κόκκαλο, σε σιγανή φωτιά (από ιστοσελίδα σουπερμάρκετ, ανάκτηση στις 9/3/2026)
- Άνδρες, γυναίκες ξεχύθηκαν στους δρόμους, γέμισε από φωνές η αγορά, αλλά και από κάθε λογής πουλερικά και άλλα ζωντανά προς πώληση προορισμένα. […] Σιδηρουργοί, μπακιρτζήδες, πεταλωτές να φουντώνουν τις φωτιές τους, οι χτίστες στις σκαλωσιές, οι βυρσοδέψες στην αυλή τους τα δικά τους.
- η πυρκαγιά Βικιλεξικό
- ξέσπασε μεγάλη φωτιά στο δάσος
- κατ’ επέκτασηη λάμψη Βικιλεξικό
- τα μάτια του πετούσαν φωτιές
- μέσο για το άναμμα φωτιάς Βικιλεξικό
- δεν έχω φωτιά επάνω μου
- συνεκδοχικάφλόγα Βικιλεξικό
- μεταφορικάένταση και ό,τι την προκαλεί Βικιλεξικό
- μεταφορικάέντονος ερωτικός πόθος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φωτιά < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική φωτία (λάμψη) < φωτ- (< φῶς) + -ία (> -ιά)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φωτιά | φωτιές |
| Γενική | φωτιάς | φωτιών |
| Αιτιατική | φωτιά | φωτιές |
| Κλητική | φωτιά | φωτιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →