Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φωτισμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που έχει φωτιστεί, γεμάτος φως Βικιλεξικό
    • Τ' άστρα έφεγγαν καθαρά κι ολόχρυσα στο φθινοπωριάτικο ουρανό, αλλά τα παράθυρα του παλατιού ήταν τόσο φωτισμένα, που έξω η αφέγγαρη νύχτα φαίνουνταν πιο σκοτεινή. (Πηνελόπη Δέλτα, Για την πατρίδα)
  2. που έχει δεχτεί το πνευματικό φως της γνώσης Βικιλεξικό
    • Ο πατέρας τους, ο παππούς μου, παρά τη λιγοστή του μόρφωση, αποδείχθηκε εδώ φωτισμένος άνθρωπος. (Απόστολος Δοξιάδης (1992) Ο θείος Πέτρος και η εικασία του Γκόλντμπαχ [μυθιστόρημα])

Ετυμολογία

φωτισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου φωτίζω

Άλλοι τύποι

φωτισμέναφωτισμένεφωτισμένεςφωτισμένηφωτισμένηςφωτισμένοφωτισμένοιφωτισμένοςφωτισμένουφωτισμένουςφωτισμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →