φόρεμα
•
- ενδυμασίαφουστάνι, ρούχο γυναικείο, με ή χωρίς μανίκια, που καλύπτει το σώμα με ένα συνήθως μονοκόμματο ύφασμα και φτάνει σε διάφορα μήκη, για διάφορες περιστάσεις Βικιλεξικό
- βραδινό φόρεμα, κλος φόρεμα, φόρεμα με κρινολίνο, με ουρά
- εβαζέ φόρεμα (που φάρδαινε προς τα κάτω < γαλλικό évasée)
- φορέματα για εγκύους, για παχουλές
Ετυμολογία
φόρεμα < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή φόρεμα < αρχαία ελληνική φόρημα (φορτίο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φόρεμα | φορέματα |
| Γενική | φορέματος | φορεμάτων |
| Αιτιατική | φόρεμα | φορέματα |
| Κλητική | φόρεμα | φορέματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →