χαλκογραφία
•
- τέχνημέθοδος με την οποία χαράσσεται μια αναπαράσταση ή ζωγραφιά σε λεπτή λεία πλάκα χαλκού, και στη συνέχεια εκτυπώνονται ή αναπαράγονται εικόνες Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάη εικόνα ή ζωγραφιά που δημιουργήθηκε με την παραπάνω μέθοδο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαλκογραφία < λόγιο ενδογενές δάνειο: ιταλική calcografia ή λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική chalcographie < αρχαία ελληνική χαλκός + -γραφία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαλκογραφία | χαλκογραφίες |
| Γενική | χαλκογραφίας | χαλκογραφιών |
| Αιτιατική | χαλκογραφία | χαλκογραφίες |
| Κλητική | χαλκογραφία | χαλκογραφίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →