χασάπης
•
- επάγγελμαο κρεοπώλης Βικιλεξικό
- Κι όλες αυτές οι φωνές ανακατεύονταν με τους μονότονους χτύπους της μαχαίρας των χασάπηδων, που στες ψηλές τους τες εξέδρες, σιωπηλοί εκείνοι, ελιάνιζαν τα κρέατα χαμογελώντας στους μουστερήδες τους, και με τη βοή των ανθρώπων που εμιλούσαν αναμεταξύ τους και που επαζάριαζαν ό,τι εψώνιζαν. (Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Η Τιμή και το Χρήμα, Κεφάλαιο ΙΒ', 1914)
- Δίπλα στο καπνοπωλείο είναι το χασαπιό που το κατάλαβε αμέσως γιατί είδες σαλάμια να κρέμονται και μια μηχανή π' αφού την ξέτασε για λίγο, κατάλαβε ότι ήταν μηχανή του Παναγιώτη του χασάπη τους. (Δημήτρης Βασιλειάδης, Ένας αλλιώτικος κόσμος (Σινσινάτι) 3ο τριλογίας, ανάκτηση 3/8/2026 https://www.google.gr/books/edition/%CE%95%CE%9D%CE%91%CE%A3_%CE%91%CE%9B%CE%9F%CE%99%CE%A9%CE%A4%CE%99%CE%9A%CE%9F%CE%A3_%CE%9A%CE%9F%CE%A3%CE%9C%CE%9F/riaMhoDhyRQC?hl=en&gbpv=1&pg=PT2&printsec=frontcover)
- μεταφορικάο σφαγιαστής ανθρώπων Βικιλεξικό
- μεταφορικάο κακός γιατρός, ιδίως ο χειρουργός που ευθύνεται για θανάτους ασθενών Βικιλεξικό
- μεταφορικάο μηχανικός προβολής κινηματογραφικών ταινιών που έχει κόψει σημαντικά τμήματα από μια ταινία ή δεν καδράρει σωστά, με αποτέλεσμα να χάνεται ένα μέρος του πλάνου, ιδίως αυτό που περιέχει τους υπότιτλους Βικιλεξικό
- Χασάπη, γράμματα!
Ετυμολογία
χασάπης < (άμεσο δάνειο) τουρκική kasap + -ης < αραβική قصاب (qaṣṣāb) < αραμαϊκή קצבא / ܩܰܨܳܒܳܐ (qaṣṣābā) : ΑΠΟΓΟΝΟΙ: → αρωμουνικά: hãsap
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χασάπης | χασάπηδες |
| Γενική | χασάπη | χασάπηδων |
| Αιτιατική | χασάπη | χασάπηδες |
| Κλητική | χασάπη | χασάπηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →