Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χαστούκι

/xaˈstu.ci/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. χτύπημα στο μάγουλο με την παλάμη του χεριού Βικιλεξικό
    • Δημήτρης Κολλάτος, Οι ελιές
  2. μεταφορικάλόγος ή πράξη που ταπεινώνει ή εξευτελίζει Βικιλεξικό
    • Έφαγε πολλά χαστούκια στην ζωή.

Ετυμολογία

χαστούκι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική χαστούκι < άγνωστης ετυμολογίας, ίσως προέλευσης από την αραβική ή ηχομιμητική λέξη. Παραβάλετε μούντζα.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχαστούκιχαστούκια
Γενικήχαστουκιούχαστουκιών
Αιτιατικήχαστούκιχαστούκια
Κλητικήχαστούκιχαστούκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →