χαστούκι
•
- χτύπημα στο μάγουλο με την παλάμη του χεριού Βικιλεξικό
- Δημήτρης Κολλάτος, Οι ελιές
- μεταφορικάλόγος ή πράξη που ταπεινώνει ή εξευτελίζει Βικιλεξικό
- Έφαγε πολλά χαστούκια στην ζωή.
Ετυμολογία
χαστούκι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική χαστούκι < άγνωστης ετυμολογίας, ίσως προέλευσης από την αραβική ή ηχομιμητική λέξη. Παραβάλετε μούντζα.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαστούκι | χαστούκια |
| Γενική | χαστουκιού | χαστουκιών |
| Αιτιατική | χαστούκι | χαστούκια |
| Κλητική | χαστούκι | χαστούκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →