Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χουβαρντάς

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. που δεν τσιγκουνεύεται, όταν πρόκειται να κάνει δώρα, να κεράσει κ.λπ. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χουβαρντάς < (άμεσο δάνειο) τουρκική hovarda (σπάταλος) < περσική خورده (khwārdā, φαγωμένος)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχουβαρντάςχουβαρντάδες
Γενικήχουβαρντάχουβαρντάδων
Αιτιατικήχουβαρντάχουβαρντάδες
Κλητικήχουβαρντάχουβαρντάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →