χουβαρντάς
•
- που δεν τσιγκουνεύεται, όταν πρόκειται να κάνει δώρα, να κεράσει κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χουβαρντάς < (άμεσο δάνειο) τουρκική hovarda (σπάταλος) < περσική خورده (khwārdā, φαγωμένος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χουβαρντάς | χουβαρντάδες |
| Γενική | χουβαρντά | χουβαρντάδων |
| Αιτιατική | χουβαρντά | χουβαρντάδες |
| Κλητική | χουβαρντά | χουβαρντάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →