ανοιχτοχέρης
•
- που ξοδεύει λεφτά χωρίς να τα λυπάται Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασησπάταλος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανοιχτοχέρης < ανοιχτός + -ο- + χέρι + -ης
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανοιχτοχέρης | ανοιχτοχέρα | ανοιχτοχέρικο |
| Γενική | ανοιχτοχέρη | ανοιχτοχέρας | ανοιχτοχέρικου |
| Αιτιατική | ανοιχτοχέρη | ανοιχτοχέρα | ανοιχτοχέρικο |
| Κλητική | ανοιχτοχέρη | ανοιχτοχέρα | ανοιχτοχέρικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανοιχτοχέρηδες | ανοιχτοχέρες | ανοιχτοχέρικα |
| Γενική | ανοιχτοχέρηδων | — | ανοιχτοχέρικων |
| Αιτιατική | ανοιχτοχέρηδες | ανοιχτοχέρες | ανοιχτοχέρικα |
| Κλητική | ανοιχτοχέρηδες | ανοιχτοχέρες | ανοιχτοχέρικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →