Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανοιχτοχέρης

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που ξοδεύει λεφτά χωρίς να τα λυπάται Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασησπάταλος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανοιχτοχέρης < ανοιχτός + -ο- + χέρι + -ης

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανοιχτοχέρηςανοιχτοχέραανοιχτοχέρικο
Γενικήανοιχτοχέρηανοιχτοχέραςανοιχτοχέρικου
Αιτιατικήανοιχτοχέρηανοιχτοχέραανοιχτοχέρικο
Κλητικήανοιχτοχέρηανοιχτοχέραανοιχτοχέρικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανοιχτοχέρηδεςανοιχτοχέρεςανοιχτοχέρικα
Γενικήανοιχτοχέρηδων—ανοιχτοχέρικων
Αιτιατικήανοιχτοχέρηδεςανοιχτοχέρεςανοιχτοχέρικα
Κλητικήανοιχτοχέρηδεςανοιχτοχέρεςανοιχτοχέρικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →