χρηστοήθης
•
- που έχει χρηστά ήθη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χρηστοήθης < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική χρηστοήθης < χρηστ(ός) + -ο- + -ήθης (ήθος)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χρηστοήθης | — | χρηστόηθες |
| Γενική | χρηστοήθους | — | χρηστοήθους |
| Αιτιατική | χρηστοήθη | — | χρηστόηθες |
| Κλητική | χρηστοήθη | — | χρηστόηθες |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χρηστοήθεις | — | χρηστοήθη |
| Γενική | χρηστοήθων | — | χρηστοήθων |
| Αιτιατική | χρηστοήθεις | — | χρηστοήθη |
| Κλητική | χρηστοήθεις | — | χρηστοήθη |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →