ψίλωση
•
- η απογύμνωση κυρίως περιοχής από δέντρα, η αποψίλωση Βικιλεξικό
- γλωσσολογίαη σταδιακή απώλεια της προφοράς του χι στην αρχή λέξεων της ελληνικής γλώσσας, φαινόμενο που άρχισε ήδη από την αρχαϊκή εποχή (π.χ. στη Λέσβο) και ολοκληρώθηκε τον 3ο ή το πολύ τον 4ο αιώνα μ.Χ. στις υπόλοιπες ελληνόφωνες περιοχές Βικιλεξικό
- γραμματικήτο αποτέλεσμα του ψιλώνω, η χρήση, εφαρμογή του πνεύματος της ψιλής από τους γραμματικούς της Αλεξάνδρειας στα κεφαλαία και στα πεζά φωνήεντα, ώστε να προφέρονται ελαφρά, σε αντιδιαστολή προς όσα φωνήεντα (και σύμφωνα) δάσυναν ώστε να προφέρονται πιο σκληρά ή με ένα ήπιο χι Βικιλεξικό
- παρωχημένοη αλωπεκία, η πτώση των τριχών του κεφαλιού (έννοια που διατηρήθηκε μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα) Βικιλεξικό
- παρωχημένοη αποτρίχωση στη βυζαντινή και αρχαιοελληνική κοινωνία, με τη βοήθεια ψιλόθρων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψίλωση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ψίλω(σις) + -ση (-ωση) < ψιλῶ (-όω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψίλωση | ψιλώσεις |
| Γενική | ψίλωσης | ψιλώσεων |
| Αιτιατική | ψίλωση | ψιλώσεις |
| Κλητική | ψίλωση | ψιλώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →