Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψιλή

/psiˈli/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. διακριτικό σημάδιτο σημείο [ ᾿ ], το ένα από τα δύο πνεύματα που χρησιμοποιούνταν στο πολυτονικό σύστημα γραφής της ελληνικής γλώσσας, αυτό που δήλωνε την απουσία δασείας προφοράς για το αρχικό φωνήεν μιας λέξη, όμοιο με το σύμβολο της αποστρόφου Βικιλεξικό
    • Πάνω στο φωνήεν που προκύπτει από την κράση γράφεται ένα σημάδι που είναι όμοιο με την ψιλή και λέγεται κορωνίδα (βλ. § 49, 4): καὶ ἐγώ - κἀγώ· αν από την κράση προκύπτει κύριος δίφθογγος, η κορωνίδα σημειώνεται στο δεύτερο φωνήεν του διφθόγγου: τὰ αὐτά - ταὐτά. (Γραμματική της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Γυμνασίου - Λυκείου), 3ο Κεφάλαιο: Τόνοι, Πνεύματα, Στίξη. Δεύτερο Μέρος - Τυπολογικό, κεφάλαιο: Φθογγικά πάθη, Διαδραστικά Σχολικά Βιβλία, ebooks.edu.gr https://ebooks.edu.gr/ebooks/v/html/8547/2340/Grammatiki-Archaias-Ellinikis_Gymnasiou-Lykeiou_html-apli/index_01_04.html)
  2. μηχανή για κούρεμα που κόβει τα μαλλιά σύρριζα, γουλί Βικιλεξικό
    • Την άλλη μέρα πήγα στον κουρέα στην οδό Σικίνου και του ζήτησα να με κουρέψει με την ψιλή. (Γιάννης Ξανθούλης (1987), Το πεθαμένο λικέρ [μυθιστόρημα])
  3. η μπάτσα, η σφαλιάρα Βικιλεξικό
    • θα σε αρχίσω στις ψιλές να στρώσεις

Ετυμολογία

ψιλή < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ψιλή (εννοείται η λέξη προσωδία, ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου ψιλός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήψιλήψιλές
Γενικήψιλήςψιλών
Αιτιατικήψιλήψιλές
Κλητικήψιλήψιλές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →