ψαθώνω
•
- γεμίζω κάτι με ψάθα (άλλοτε έβαζαν άχυρα, δηλαδή άπλεχτη ψάθα, και στο στρώμα), σκεπάζω κάτι με το υλικό αυτό, καλύπτω με ψάθα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψαθώνω < ψάθα και ψάθη
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ψαθώνω | ψαθώνεις | ψαθώνει | ψαθώνουμε | ψαθώνετε | ψαθώνουν / ψαθώνουνε |
| Παρατατικός | ψάθωνα | ψάθωνες | ψάθωνε | ψαθώναμε | ψαθώνατε | ψάθωναν / ψαθώναν / ψαθώνανε |
| Αόριστος | ψάθωσα | ψάθωσες | ψάθωσε | ψαθώσαμε | ψαθώσατε | ψάθωσαν / ψαθώσαν / ψαθώσανε |
| Μέλλοντας | θα ψαθώνω / θα ψαθώσω | θα ψαθώνεις / θα ψαθώσεις | θα ψαθώνει / θα ψαθώσει | θα ψαθώνουμε / θα ψαθώσουμε | θα ψαθώνετε / θα ψαθώσετε | θα ψαθώνουν / θα ψαθώνουνε / θα ψαθώσουν / θα ψαθώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ψαθώσει | έχεις ψαθώσει | έχει ψαθώσει | έχουμε ψαθώσει | έχετε ψαθώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ψαθώσει | είχες ψαθώσει | είχε ψαθώσει | είχαμε ψαθώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ψαθώσει / να ψαθώνω / να ψαθώσω | να έχεις ψαθώσει / να ψαθώνεις / να ψαθώσεις | να έχει ψαθώσει / να ψαθώνει / να ψαθώσει | να έχουμε ψαθώσει / να ψαθώνουμε / να ψαθώσουμε | να έχετε ψαθώσει / να ψαθώνετε / να ψαθώσετε | να ψαθώνουν / να ψαθώνουνε / να ψαθώσουν / να ψαθώσουνε |
| Προστακτική | — | ψάθωνε / ψάθωσε | — | — | ψαθώνετε / ψαθώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →