ψώνιο
•
- κυρίως στον πληθυντικόψώνια: αυτό που αγοράζει κάποιος Βικιλεξικό
- μεταφορικάο εγωπαθής, αυτάρεσκος Βικιλεξικό
- μεταφορικάαυτός που είναι αφελής ή που για διάφορους λόγους δεν έχει μέτρο του εαυτού του Βικιλεξικό
- αυτός που παθιάζεται υπερβολικά με μια τέχνη ή κατάσταση Βικιλεξικό
- Ρώτα τον Κώστα γιατί είναι ψώνιο με τη ροκ, κι αν δεν ξέρει αυτός πότε κυκλοφόρησε το cd, τότε δεν το ξέρει κανένας.
Ετυμολογία
ψώνιο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ψώνι(ν) < ελληνιστική κοινή ὀψώνιον < αρχαία ελληνική ὀψώνης < ὄψον + ὠνέομαι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψώνιο | ψώνια |
| Γενική | ψώνιου | ψώνιων |
| Αιτιατική | ψώνιο | ψώνια |
| Κλητική | ψώνιο | ψώνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →