Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψώνιο

/ˈpso.ɲo/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. κυρίως στον πληθυντικόψώνια: αυτό που αγοράζει κάποιος Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάο εγωπαθής, αυτάρεσκος Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάαυτός που είναι αφελής ή που για διάφορους λόγους δεν έχει μέτρο του εαυτού του Βικιλεξικό
  4. αυτός που παθιάζεται υπερβολικά με μια τέχνη ή κατάσταση Βικιλεξικό
    • Ρώτα τον Κώστα γιατί είναι ψώνιο με τη ροκ, κι αν δεν ξέρει αυτός πότε κυκλοφόρησε το cd, τότε δεν το ξέρει κανένας.

Ετυμολογία

ψώνιο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ψώνι(ν) < ελληνιστική κοινή ὀψώνιον < αρχαία ελληνική ὀψώνης < ὄψον + ὠνέομαι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήψώνιοψώνια
Γενικήψώνιουψώνιων
Αιτιατικήψώνιοψώνια
Κλητικήψώνιοψώνια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →