αγορά
•
- αρχαιολογίαο χώρος στο κέντρο μιας πόλης, όπου συγκεντρώνονταν οι πολίτες για να συζητήσουν τα τρέχοντα προβλήματα και να αγοράσουν προϊόντα, συχνά με κεφαλαίο Βικιλεξικό
- χώροςτο μέρος μιας πόλης όπου είναι συγκεντρωμένα εμπορικά καταστήματα Βικιλεξικό
- Άνδρες, γυναίκες ξεχύθηκαν στους δρόμους, γέμισε από φωνές η αγορά, αλλά και από κάθε λογής πουλερικά και άλλα ζωντανά προς πώληση προορισμένα.
- χώροςκτήριο που στεγάζει πολλά εμπορικά καταστήματα Βικιλεξικό
- ένα από τα αξιοθέατα των Χανίων είναι και η Παλιά Αγορά της πόλης
- έννοιατο σύνολο των ανθρώπων που ασχολούνται με τις αγορές και τις πωλήσεις Βικιλεξικό
- η αγορά δείχνει ανήσυχη απέναντι στις εξελίξεις
- Mε αμείωτο ρυθμό συνεχίστηκε και τον Ιούνιο η μείωση των χορηγήσεων σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά, με αποτέλεσμα η αγορά να έχει στεγνώσει από ρευστότητα. (εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 25/7/2014)
- ενέργειαη απόκτηση ενός αγαθού έναντι κάποιου χρηματικού ποσού ή άλλου τιμήματος, η ενέργεια με την οποία κάποιος γίνεται ιδιοκτήτης υλικού ή πνευματικού αντικειμένου δίνοντας χρήματα ή άλλο οικονομικό αντάλλαγμα Βικιλεξικό
- σπάνιοη συγκέντρωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγορά < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀγορά < ἀγείρω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγορά | αγορές |
| Γενική | αγοράς | αγορών |
| Αιτιατική | αγορά | αγορές |
| Κλητική | αγορά | αγορές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →