βάρκα
•
- μέσο μεταφορώνμικρό θαλάσσιο σκάφος, ξύλινο, μεταλλικό, ή πλαστικό, με κοίλη κατασκευή που κινείται με κουπιά, ή πανιά (ιστία) ή με φερόμενη μικρή εξωλέμβια μηχανή Βικιλεξικό
- παιχνίδιπαιδικό ομαδικό παιχνίδι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βάρκα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βάρκα < υστερολατινική barca < λατινική baris < αρχαία ελληνική βᾶρις (αντιδάνειο) < αρχαία αιγυπτιακή bꜣjr (bair) b-bA-A-y:r*Z1-P1
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βάρκα | βάρκες |
| Γενική | βάρκας | βαρκών |
| Αιτιατική | βάρκα | βάρκες |
| Κλητική | βάρκα | βάρκες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →