Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κουφάλα

/kuˈfa.la/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. κοίλωμα που σχηματίζεται σε κορμό δέντρου Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάτρύπα σε δόντι Βικιλεξικό
  3. κακόσημομέτριος υβριστικός χαρακτηρισμός Βικιλεξικό
  4. κατ’ επέκτασηκαταφερτζής, άτομο που βρίσκει τρόπους να ξεφεύγει από κακοτοπιές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κουφάλα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κουφάλα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκουφάλακουφάλες
Γενικήκουφάλαςκουφαλών
Αιτιατικήκουφάλακουφάλες
Κλητικήκουφάλακουφάλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →