Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ἀγωγιάτης

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. καθαρεύουσαο αγωγιάτης Βικιλεξικό
    • Σκληρότης εἶναι τὸ νὰ βασανίζωνται τὰ ζῷα, ἄνευ ἀνάγκης, καὶ δημοσίᾳ μάλιστα, ἀδιαφορούσης τῆς ἐξουσίας, ἀπὸ ἀγωγιάτες, καροτσέρηδες, ζῳεμπόρους καὶ ἄλλους. Ἡ δὲ σφαγή πρέπει νὰ ἐκτελῆται μὲ πᾶσαν τὴν πρέπουσαν εὐσπλαγχνίαν, τὴν ἠπιότητα καὶ λογικότητα. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Κατὰ τὸ πρέπον ζῆν. Ἡ ἀληθὴς ὑγίεια, Άπαντα, τόμος 5ος, 1907)

Ετυμολογία

ἀγωγιάτης < μεσαιωνική ελληνική ἀγωγιάτης

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

αγωγιάτης

/a.ɣoˈʝa.tis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμααυτός που μεταφέρει ανθρώπους ή φορτία σε υποζύγιό του έναντι κομίστρου Βικιλεξικό
    • Το άλογο θα το 'στελνε πίσω με κανένα αγωγιάτη απ' το σταθμό. (Φάνης Μούλιος, Η γάτα)

Ετυμολογία

αγωγιάτης < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀγωγιάτης < ἀγώγι, ἀγώγιον < αρχαία ελληνική ἀγώγιον < ἄγω. Συγχρονικά αναλύεται σε αγώγ(ι) + -ιάτης.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαγωγιάτηςαγωγιάτες
Γενικήαγωγιάτηαγωγιατών
Αιτιατικήαγωγιάτηαγωγιάτες
Κλητικήαγωγιάτηαγωγιάτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →