αναγνώσιμος
•
- που μπορεί να αναγνωστεί, να διαβαστεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναγνώσιμος < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αναγνώσιμος | αναγνώσιμη | αναγνώσιμο |
| Γενική | αναγνώσιμου | αναγνώσιμης | αναγνώσιμου |
| Αιτιατική | αναγνώσιμο | αναγνώσιμη | αναγνώσιμο |
| Κλητική | αναγνώσιμε | αναγνώσιμη | αναγνώσιμο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αναγνώσιμοι | αναγνώσιμες | αναγνώσιμα |
| Γενική | αναγνώσιμων | αναγνώσιμων | αναγνώσιμων |
| Αιτιατική | αναγνώσιμους | αναγνώσιμες | αναγνώσιμα |
| Κλητική | αναγνώσιμοι | αναγνώσιμες | αναγνώσιμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →