Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναγνώσιμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που μπορεί να αναγνωστεί, να διαβαστεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναγνώσιμος < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναγνώσιμοςαναγνώσιμηαναγνώσιμο
Γενικήαναγνώσιμουαναγνώσιμηςαναγνώσιμου
Αιτιατικήαναγνώσιμοαναγνώσιμηαναγνώσιμο
Κλητικήαναγνώσιμεαναγνώσιμηαναγνώσιμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναγνώσιμοιαναγνώσιμεςαναγνώσιμα
Γενικήαναγνώσιμωναναγνώσιμωναναγνώσιμων
Αιτιατικήαναγνώσιμουςαναγνώσιμεςαναγνώσιμα
Κλητικήαναγνώσιμοιαναγνώσιμεςαναγνώσιμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →