συνειδητοποιώ
•
- αντιλαμβάνομαι (καλά) κάτι που με αφορά ή υπάρχει γύρω μου, αποκτώ τη σχετική συνείδηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνειδητοποιώ < συνειδητός + -ο- + -ποιώ ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική prendre conscience )
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συνειδητοποιώ | συνειδητοποιείς | συνειδητοποιεί | συνειδητοποιούμε | συνειδητοποιείτε | συνειδητοποιούν / συνειδητοποιούνε |
| Παρατατικός | συνειδητοποιούσα | συνειδητοποιούσες | συνειδητοποιούσε | συνειδητοποιούσαμε | συνειδητοποιούσατε | συνειδητοποιούσαν / συνειδητοποιούσανε |
| Αόριστος | συνειδητοποίησα | συνειδητοποίησες | συνειδητοποίησε | συνειδητοποιήσαμε | συνειδητοποιήσατε | συνειδητοποίησαν / συνειδητοποιήσαν / συνειδητοποιήσανε |
| Μέλλοντας | θα συνειδητοποιήσω / θα συνειδητοποιώ | θα συνειδητοποιήσεις / θα συνειδητοποιείς | θα συνειδητοποιήσει / θα συνειδητοποιεί | θα συνειδητοποιήσουμε / θα συνειδητοποιούμε | θα συνειδητοποιήσετε / θα συνειδητοποιείτε | θα συνειδητοποιήσουν / θα συνειδητοποιήσουνε / θα συνειδητοποιούν / θα συνειδητοποιούνε |
| Παρακείμενος | έχω συνειδητοποιήσει | έχεις συνειδητοποιήσει | έχει συνειδητοποιήσει | έχουμε συνειδητοποιήσει | έχετε συνειδητοποιήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συνειδητοποιήσει | είχες συνειδητοποιήσει | είχε συνειδητοποιήσει | είχαμε συνειδητοποιήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συνειδητοποιήσει / να συνειδητοποιήσω / να συνειδητοποιώ | να έχεις συνειδητοποιήσει / να συνειδητοποιήσεις / να συνειδητοποιείς | να έχει συνειδητοποιήσει / να συνειδητοποιήσει / να συνειδητοποιεί | να έχουμε συνειδητοποιήσει / να συνειδητοποιήσουμε / να συνειδητοποιούμε | να έχετε συνειδητοποιήσει / να συνειδητοποιήσετε / να συνειδητοποιείτε | να συνειδητοποιήσουν / να συνειδητοποιήσουνε / να συνειδητοποιούν / να συνειδητοποιούνε |
| Προστακτική | — | συνειδητοποίει / συνειδητοποίησε | — | — | συνειδητοποιήστε / συνειδητοποιείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →