Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποκαρδιώνω

/a.po.kaɾ.ðiˈo.no/ρήμα
•
  1. κάνω κάποιον να χάσει το κουράγιο του Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποκαρδιώνω < απο- + καρδ(ία) + -ώνω, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική dishearten

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαποκαρδιώνωαποκαρδιώνειςαποκαρδιώνειαποκαρδιώνουμεαποκαρδιώνετεαποκαρδιώνουν / αποκαρδιώνουνε
Παρατατικόςαποκαρδίωνααποκαρδίωνεςαποκαρδίωνεαποκαρδιώναμεαποκαρδιώνατεαποκαρδίωναν / αποκαρδιώναν / αποκαρδιώνανε
Αόριστοςαποκαρδίωσααποκαρδίωσεςαποκαρδίωσεαποκαρδιώσαμεαποκαρδιώσατεαποκαρδίωσαν / αποκαρδιώσαν / αποκαρδιώσανε
Μέλλονταςθα αποκαρδιώνω / θα αποκαρδιώσωθα αποκαρδιώνεις / θα αποκαρδιώσειςθα αποκαρδιώνει / θα αποκαρδιώσειθα αποκαρδιώνουμε / θα αποκαρδιώσουμεθα αποκαρδιώνετε / θα αποκαρδιώσετεθα αποκαρδιώνουν / θα αποκαρδιώνουνε / θα αποκαρδιώσουν / θα αποκαρδιώσουνε
Παρακείμενοςέχω αποκαρδιώσειέχεις αποκαρδιώσειέχει αποκαρδιώσειέχουμε αποκαρδιώσει——
Υπερσυντέλικοςείχα αποκαρδιώσειείχες αποκαρδιώσειείχε αποκαρδιώσει———
Υποτακτικήνα έχω αποκαρδιώσει / να αποκαρδιώνω / να αποκαρδιώσωνα έχεις αποκαρδιώσει / να αποκαρδιώνεις / να αποκαρδιώσειςνα έχει αποκαρδιώσει / να αποκαρδιώνει / να αποκαρδιώσεινα έχουμε αποκαρδιώσει / να αποκαρδιώνουμε / να αποκαρδιώσουμενα αποκαρδιώνετε / να αποκαρδιώσετενα αποκαρδιώνουν / να αποκαρδιώνουνε / να αποκαρδιώσουν / να αποκαρδιώσουνε
Προστακτική—αποκαρδίωνε / αποκαρδίωσε——αποκαρδιώνετε / αποκαρδιώστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

αποκαρδιώθηκααποκαρδιώνομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →