αποκαρδιώνω
•
- κάνω κάποιον να χάσει το κουράγιο του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποκαρδιώνω < απο- + καρδ(ία) + -ώνω, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική dishearten
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποκαρδιώνω | αποκαρδιώνεις | αποκαρδιώνει | αποκαρδιώνουμε | αποκαρδιώνετε | αποκαρδιώνουν / αποκαρδιώνουνε |
| Παρατατικός | αποκαρδίωνα | αποκαρδίωνες | αποκαρδίωνε | αποκαρδιώναμε | αποκαρδιώνατε | αποκαρδίωναν / αποκαρδιώναν / αποκαρδιώνανε |
| Αόριστος | αποκαρδίωσα | αποκαρδίωσες | αποκαρδίωσε | αποκαρδιώσαμε | αποκαρδιώσατε | αποκαρδίωσαν / αποκαρδιώσαν / αποκαρδιώσανε |
| Μέλλοντας | θα αποκαρδιώνω / θα αποκαρδιώσω | θα αποκαρδιώνεις / θα αποκαρδιώσεις | θα αποκαρδιώνει / θα αποκαρδιώσει | θα αποκαρδιώνουμε / θα αποκαρδιώσουμε | θα αποκαρδιώνετε / θα αποκαρδιώσετε | θα αποκαρδιώνουν / θα αποκαρδιώνουνε / θα αποκαρδιώσουν / θα αποκαρδιώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποκαρδιώσει | έχεις αποκαρδιώσει | έχει αποκαρδιώσει | έχουμε αποκαρδιώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποκαρδιώσει | είχες αποκαρδιώσει | είχε αποκαρδιώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποκαρδιώσει / να αποκαρδιώνω / να αποκαρδιώσω | να έχεις αποκαρδιώσει / να αποκαρδιώνεις / να αποκαρδιώσεις | να έχει αποκαρδιώσει / να αποκαρδιώνει / να αποκαρδιώσει | να έχουμε αποκαρδιώσει / να αποκαρδιώνουμε / να αποκαρδιώσουμε | να αποκαρδιώνετε / να αποκαρδιώσετε | να αποκαρδιώνουν / να αποκαρδιώνουνε / να αποκαρδιώσουν / να αποκαρδιώσουνε |
| Προστακτική | — | αποκαρδίωνε / αποκαρδίωσε | — | — | αποκαρδιώνετε / αποκαρδιώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αποκαρδιώθηκααποκαρδιώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →