εμφανής
•
- ο ιδιαίτερα ορατός, αντιληπτός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εμφανής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐμφανής < ἐμφαίνω < ἐν + φαν- (φαίνω). Συγχρονικά αναλύεται σε (εν-) εμ- + -φανής. Δείτε και αφανής.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εμφανής | εμφανής | εμφανές |
| Γενική | εμφανούς | εμφανούς | εμφανούς |
| Αιτιατική | εμφανή | εμφανή | εμφανές |
| Κλητική | εμφανή / εμφανής | εμφανής | εμφανές |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εμφανείς | εμφανείς | εμφανή |
| Γενική | εμφανών | εμφανών | εμφανών |
| Αιτιατική | εμφανείς | εμφανείς | εμφανή |
| Κλητική | εμφανείς | εμφανείς | εμφανή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →