βάλτος
•
- γεωγραφίαη έκταση γης πλημμυρισμένη από γλυκό νερό με χαρακτηριστική βλάστηση από καλαμιώνες και βούρλα Βικιλεξικό
- μεταφορικάστάσιμη κατάσταση χαρακτηριζόμενη από την έλλειψη εξέλιξης και δημιουργικής πνοής Βικιλεξικό
- μεταφορικάανήθικη κατάσταση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βάλτος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βάλτος < σλαβικής προέλευσης блато < πρωτοσλαβική *bolto (βάλτος, έλος). Συγγενή: ρουμανική baltă, αλβανική baltë.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βάλτος | βάλτοι |
| Γενική | βάλτου | βάλτων |
| Αιτιατική | βάλτο | βάλτους |
| Κλητική | βάλτε | βάλτοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →