Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βόδι

/ˈvo.ði/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. θηλαστικό ζώομηρυκαστικό κατοικίδιο ζώο μεγάλου μεγέθους που εκτρέφεται για το κρέας ή/και το γάλα του. Σε πολλές περιπτώσεις χρησιμοποιούνταν στις αγροτικές εργασίες Βικιλεξικό
    • το αρσενικό ονομάζεται ταύρος
    • το θηλυκό ονομάζεται αγελάδα
    • το νεαρό βόδι ονομάζεται μοσχάρι, δαμάλι
  2. το αρσενικό βόδι που ευνουχίστηκε σε νεαρή ηλικία με σκοπό την καλύτερη πάχυνση κι εργασία Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάο δυσκίνητος και νωθρός άνθρωπος, που, λόγω της μεγάλης σωματικής του διάπλασης, δε χαρακτηρίζεται από σβελτάδα Βικιλεξικό
  4. μεταφορικά, (μειωτικά) ο ευτραφής Βικιλεξικό
  5. μεταφορικάο άξεστος, ο αγενής, ο αδιάκριτος Βικιλεξικό
  6. μεταφορικάο βραδύνους, ο ανόητος, ο βλάκας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βόδι < μεσαιωνική ελληνική βόδι(ν) / βόιδι(ο)ν < ελληνιστική κοινή βοΐδιον < αρχαία ελληνική βοῦς < πρωτοελληνική *gʷous < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʷōus

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβόδιβόδια
Γενικήβοδιούβοδιών
Αιτιατικήβόδιβόδια
Κλητικήβόδιβόδια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →