διασαλεύω
•
- αναστατώνω, τραντάζω, συνήθως την έννομη τάξη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διασαλεύω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διασαλεύω (ταρακουνάω) < δια- + αρχαία ελληνική σαλεύω < σάλος
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διασαλεύω | διασαλεύεις | διασαλεύει | διασαλεύουμε | διασαλεύετε | διασαλεύουν / διασαλεύουνε |
| Παρατατικός | διασάλευα | διασάλευες | διασάλευε | διασαλεύαμε | διασαλεύατε | διασάλευαν / διασαλεύαν / διασαλεύανε |
| Αόριστος | διασάλευσα | διασάλευσες | διασάλευσε | διασαλεύσαμε | διασαλεύσατε | διασάλευσαν / διασαλεύσαν / διασαλεύσανε |
| Μέλλοντας | θα διασαλεύσω / θα διασαλεύω | θα διασαλεύεις / θα διασαλεύσεις | θα διασαλεύει / θα διασαλεύσει | θα διασαλεύουμε / θα διασαλεύσουμε | θα διασαλεύετε / θα διασαλεύσετε | θα διασαλεύουν / θα διασαλεύουνε / θα διασαλεύσουν / θα διασαλεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω διασαλεύσει | έχεις διασαλεύσει | έχει διασαλεύσει | έχουμε διασαλεύσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διασαλεύσει | είχες διασαλεύσει | είχε διασαλεύσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διασαλεύσει / να διασαλεύσω / να διασαλεύω | να έχεις διασαλεύσει / να διασαλεύεις / να διασαλεύσεις | να έχει διασαλεύσει / να διασαλεύει / να διασαλεύσει | να έχουμε διασαλεύσει / να διασαλεύουμε / να διασαλεύσουμε | να διασαλεύετε / να διασαλεύσετε | να διασαλεύουν / να διασαλεύουνε / να διασαλεύσουν / να διασαλεύσουνε |
| Προστακτική | — | διασάλευε / διασάλευσε | — | — | διασαλεύετε / διασαλεύστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
διασαλεύθηκαδιασαλεύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →