διαφεντεύω
•
- κυβερνώ, διοικώ, ασκώ εξουσία πάνω σε κάποιον ή κάτι Βικιλεξικό
- διαφεντεύω τα του οίκου μου
- υπερασπίζομαι, προστατεύω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαφεντεύω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική διαφεντεύω / δηφενδεύω / δεφενδεύω < λατινική defendo (υπερασπίζομαι) < de + *fendo < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʷʰen- (κτυπώ, σκοτώνω). Με παρετυμολογική επίδραση του διά (δι-) + αφεντεύω. Μορφολογικά αναλύεται σε δι- + αφέντ(ης) + -εύω.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διαφεντεύω | διαφεντεύεις | διαφεντεύει | διαφεντεύουμε | διαφεντεύετε | διαφεντεύουν / διαφεντεύουνε |
| Παρατατικός | διαφέντευα | διαφέντευες | διαφέντευε | διαφεντεύαμε | διαφεντεύατε | διαφέντευαν / διαφεντεύαν / διαφεντεύανε |
| Αόριστος | διαφέντεψα | διαφέντεψες | διαφέντεψε | διαφεντέψαμε | διαφεντέψατε | διαφέντεψαν / διαφεντέψαν / διαφεντέψανε |
| Μέλλοντας | θα διαφεντέψω / θα διαφεντεύω | θα διαφεντέψεις / θα διαφεντεύεις | θα διαφεντέψει / θα διαφεντεύει | θα διαφεντέψουμε / θα διαφεντεύουμε | θα διαφεντέψετε / θα διαφεντεύετε | θα διαφεντέψουν / θα διαφεντέψουνε / θα διαφεντεύουν / θα διαφεντεύουνε |
| Παρακείμενος | έχω διαφεντέψει | έχεις διαφεντέψει | έχει διαφεντέψει | έχουμε διαφεντέψει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διαφεντέψει | είχες διαφεντέψει | είχε διαφεντέψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διαφεντέψει / να διαφεντέψω / να διαφεντεύω | να έχεις διαφεντέψει / να διαφεντέψεις / να διαφεντεύεις | να έχει διαφεντέψει / να διαφεντέψει / να διαφεντεύει | να έχουμε διαφεντέψει / να διαφεντέψουμε / να διαφεντεύουμε | να διαφεντέψετε / να διαφεντεύετε | να διαφεντέψουν / να διαφεντέψουνε / να διαφεντεύουν / να διαφεντεύουνε |
| Προστακτική | — | διαφέντευε / διαφέντεψε | — | — | διαφεντέψτε / διαφεντεύετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
διαφεντεύτηκαδιαφεντεύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →