δουλειά
•
- η ενέργεια του δουλεύω, η εργασία Βικιλεξικό
- Με σκληρή δουλειά πέτυχε ό,τι πέτυχε στη ζωή του.
- Μιά νύχτα. Δεκέμβρη πάλι, τσακισμένος ἀπό τή δουλειά, είδες τον ἐργολάβο να δέρνει μ' ένα ματσούκι ἀλύπητα ἕνα δεκαεξάχρονο παιδί. Τὸ παιδὶ δὲν ἄντεχε, εἶχε πάθει ἐντερικά, κι αὐτὸς ὁ ἀγαρηνός, δὲν τούδινε τρόπο νὰ γυρίσει σὲ κάτι συγγενεῖς του στὸ Σικάγο . Ἦταν ἀπὸ τὴ Στεμνίτσα κ ̓ ἤθελε νὰ γυρίσει πίσω. (Αποστολίδης, Ανθολογία Το διήγημα, τόμος 2, 1954 σελ. 242)
- η εργασία, το επάγγελμα Βικιλεξικό
- Τι δουλειά κάνεις;
- η εργασία, ο τόπος ή ο φορέας (εταιρεία, οργανισμός, επιχείρηση, κατάστημα, συνεργείο) στον οποίο κάποιος εργάζεται Βικιλεξικό
- Πηγαίνω στη δουλειά μου με το λεωφορείο.
- πληθυντικός η οικονομική-επιχειρηματική συνεργασία και δοσοληψία Βικιλεξικό
- Η εταιρεία του κάνει δουλειές με τους Γερμανούς.
- το προϊόν της (πνευματικής και καλλιτεχνικής κυρίως) εργασίας Βικιλεξικό
- Ο γνωστός ζωγράφος θα παρουσιάσει στη γκαλερί τάδε την καινούρια του δουλειά.
- η ανάμειξη κάποιου σε μια υπόθεση, ο ρόλος που μπορεί να παίξει σ' αυτήν Βικιλεξικό
- Τι δουλειά έχεις εσύ μ' αυτόν τον παλιάνθρωπο; (γιατί σχετίζεσαι μαζί του;)
Ετυμολογία
δουλειά < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική δουλειά < ελληνιστική κοινή δουλεία < αρχαία ελληνική δουλεία < δουλεύω < δοῦλος. Συγκρίνετε με το δουλεία.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δουλειά | δουλειές |
| Γενική | δουλειάς | δουλειών |
| Αιτιατική | δουλειά | δουλειές |
| Κλητική | δουλειά | δουλειές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →