έμψυχος
•
- κυριολεκτικά και μεταφορικάπου έχει ψυχή Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοτα έμψυχα: όλα τα ζωντανά όντα (άνθρωποι, ζώα) Βικιλεξικό
- ένα ετερόκλητο σύνολο έμψυχων και άψυχων, ζώντων και τεθνεώτων, με παράδοξη παρά ταύτα ομοιογένεια, αυτή είναι η πολυώνυμη Κέρκυρα, η αρχαία Σχερία και Δρεπάνη και Κόρκυρα και Φαιακία, η βυζαντινή Κορυφώ, οι Κορφοί του απλού Κερκυραίου. (Θεοδόσης Πυλαρινός, Κέρκυρα, εκδ. Μεταίχμιο, 2005, σελ. 18)
- γραμματικήπου έχει ψυχή, ζωή όπως ο άνθρωπος, το ψάρι π.χ. σλοβακική lekár (γιατρός) και παράβαλε κλίση με την σλοβακική pohár (ποτήρι) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
έμψυχος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἔμψυχος < ἐν (ἔμ-) + -ψυχος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | έμψυχος | έμψυχη | έμψυχο |
| Γενική | έμψυχου | έμψυχης | έμψυχου |
| Αιτιατική | έμψυχο | έμψυχη | έμψυχο |
| Κλητική | έμψυχε | έμψυχη | έμψυχο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | έμψυχοι | έμψυχες | έμψυχα |
| Γενική | έμψυχων | έμψυχων | έμψυχων |
| Αιτιατική | έμψυχους | έμψυχες | έμψυχα |
| Κλητική | έμψυχοι | έμψυχες | έμψυχα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →