Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξανδραποδίζω

ρήμα
•
  1. υποδουλώνω ή πουλώ κάποιον για δούλο Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάμετατρέπω κάποιον σε υποχείριο, μειώνοντάς τον ηθικά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξανδραποδίζω < αρχαία ελληνική ἐξανδραποδίζω < ἐξ- + ἀνδραποδίζω < ἀνδράποδον < ἀνήρ + πούς

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεξανδραποδίζωεξανδραποδίζειςεξανδραποδίζειεξανδραποδίζουμεεξανδραποδίζετεεξανδραποδίζουν / εξανδραποδίζουνε
Παρατατικόςεξανδραπόδιζαεξανδραπόδιζεςεξανδραπόδιζεεξανδραποδίζαμεεξανδραποδίζατεεξανδραποδίζαν / εξανδραποδίζανε / εξανδραπόδιζαν
Αόριστοςεξανδραπόδισαεξανδραπόδισεςεξανδραπόδισεεξανδραποδίσαμεεξανδραποδίσατεεξανδραποδίσαν / εξανδραποδίσανε / εξανδραπόδισαν
Μέλλονταςθα εξανδραποδίζω / θα εξανδραποδίσωθα εξανδραποδίζεις / θα εξανδραποδίσειςθα εξανδραποδίζει / θα εξανδραποδίσειθα εξανδραποδίζουμε / θα εξανδραποδίσουμεθα εξανδραποδίζετε / θα εξανδραποδίσετεθα εξανδραποδίζουν / θα εξανδραποδίζουνε / θα εξανδραποδίσουν / θα εξανδραποδίσουνε
Παρακείμενοςέχω εξανδραποδίσειέχεις εξανδραποδίσειέχει εξανδραποδίσειέχουμε εξανδραποδίσειέχετε εξανδραποδίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα εξανδραποδίσειείχες εξανδραποδίσειείχε εξανδραποδίσειείχαμε εξανδραποδίσει——
Υποτακτικήνα έχω εξανδραποδίσει / να εξανδραποδίζω / να εξανδραποδίσωνα έχεις εξανδραποδίσει / να εξανδραποδίζεις / να εξανδραποδίσειςνα έχει εξανδραποδίσει / να εξανδραποδίζει / να εξανδραποδίσεινα έχουμε εξανδραποδίσει / να εξανδραποδίζουμε / να εξανδραποδίσουμενα έχετε εξανδραποδίσει / να εξανδραποδίζετε / να εξανδραποδίσετενα εξανδραποδίζουν / να εξανδραποδίζουνε / να εξανδραποδίσουν / να εξανδραποδίσουνε
Προστακτική—εξανδραπόδιζε / εξανδραπόδισε——εξανδραποδίζετε / εξανδραποδίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →