εξανδραποδίζω
•
- υποδουλώνω ή πουλώ κάποιον για δούλο Βικιλεξικό
- μεταφορικάμετατρέπω κάποιον σε υποχείριο, μειώνοντάς τον ηθικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξανδραποδίζω < αρχαία ελληνική ἐξανδραποδίζω < ἐξ- + ἀνδραποδίζω < ἀνδράποδον < ἀνήρ + πούς
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξανδραποδίζω | εξανδραποδίζεις | εξανδραποδίζει | εξανδραποδίζουμε | εξανδραποδίζετε | εξανδραποδίζουν / εξανδραποδίζουνε |
| Παρατατικός | εξανδραπόδιζα | εξανδραπόδιζες | εξανδραπόδιζε | εξανδραποδίζαμε | εξανδραποδίζατε | εξανδραποδίζαν / εξανδραποδίζανε / εξανδραπόδιζαν |
| Αόριστος | εξανδραπόδισα | εξανδραπόδισες | εξανδραπόδισε | εξανδραποδίσαμε | εξανδραποδίσατε | εξανδραποδίσαν / εξανδραποδίσανε / εξανδραπόδισαν |
| Μέλλοντας | θα εξανδραποδίζω / θα εξανδραποδίσω | θα εξανδραποδίζεις / θα εξανδραποδίσεις | θα εξανδραποδίζει / θα εξανδραποδίσει | θα εξανδραποδίζουμε / θα εξανδραποδίσουμε | θα εξανδραποδίζετε / θα εξανδραποδίσετε | θα εξανδραποδίζουν / θα εξανδραποδίζουνε / θα εξανδραποδίσουν / θα εξανδραποδίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εξανδραποδίσει | έχεις εξανδραποδίσει | έχει εξανδραποδίσει | έχουμε εξανδραποδίσει | έχετε εξανδραποδίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εξανδραποδίσει | είχες εξανδραποδίσει | είχε εξανδραποδίσει | είχαμε εξανδραποδίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εξανδραποδίσει / να εξανδραποδίζω / να εξανδραποδίσω | να έχεις εξανδραποδίσει / να εξανδραποδίζεις / να εξανδραποδίσεις | να έχει εξανδραποδίσει / να εξανδραποδίζει / να εξανδραποδίσει | να έχουμε εξανδραποδίσει / να εξανδραποδίζουμε / να εξανδραποδίσουμε | να έχετε εξανδραποδίσει / να εξανδραποδίζετε / να εξανδραποδίσετε | να εξανδραποδίζουν / να εξανδραποδίζουνε / να εξανδραποδίσουν / να εξανδραποδίσουνε |
| Προστακτική | — | εξανδραπόδιζε / εξανδραπόδισε | — | — | εξανδραποδίζετε / εξανδραποδίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →