επιχώριος
•
- λόγιοπου (δια)μένει σε μόνιμη και σταθερή βάση σ’ έναν τόπο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιχώριος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπιχώριος < ἐπί + χώρα
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επιχώριος | επιχώρια | επιχώριο |
| Γενική | επιχώριου | επιχώριας | επιχώριου |
| Αιτιατική | επιχώριο | επιχώρια | επιχώριο |
| Κλητική | επιχώριε | επιχώρια | επιχώριο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επιχώριοι | επιχώριες | επιχώρια |
| Γενική | επιχώριων | επιχώριων | επιχώριων |
| Αιτιατική | επιχώριους | επιχώριες | επιχώρια |
| Κλητική | επιχώριοι | επιχώριες | επιχώρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →