Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επιχώριος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου (δια)μένει σε μόνιμη και σταθερή βάση σ’ έναν τόπο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επιχώριος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπιχώριος < ἐπί + χώρα

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπιχώριοςεπιχώριαεπιχώριο
Γενικήεπιχώριουεπιχώριαςεπιχώριου
Αιτιατικήεπιχώριοεπιχώριαεπιχώριο
Κλητικήεπιχώριεεπιχώριαεπιχώριο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπιχώριοιεπιχώριεςεπιχώρια
Γενικήεπιχώριωνεπιχώριωνεπιχώριων
Αιτιατικήεπιχώριουςεπιχώριεςεπιχώρια
Κλητικήεπιχώριοιεπιχώριεςεπιχώρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →