ημεδαπός
•
- που κατάγεται από την ίδια χώρα με εκείνη του προσώπου που αναφέρεται σε αυτόν (μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για νομικό πρόσωπο, αναφορικά με την έδρα του) Βικιλεξικό
- Για την ίδια υπόθεση σχηματίσθηκε δικογραφία σε βάρος ενός ημεδαπού συνεργού του, τα στοιχεία του οποίου ταυτοποιήθηκαν, για απάτη από κοινού (ανακοίνωση της Ελληνικής Αστυνομίας, 23-12-2021: Από το Τμήμα Ασφάλειας Βέροιας συνελήφθη ημεδαπός για απάτη κατ' εξακολούθηση, astynomia.gr, https://web.archive.org/web/20211226152124/http://www.astynomia.gr/index.php?option=ozo_content&lang=%27..%27&perform=view&id=107203&Itemid=2745&lang=)
- ουσιαστικοποιημένοη ημεδαπή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ημεδαπός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἡμεδαπός < ἡμε- (< ἡμεῖς) + -δ- + -απός κατά το ἀλλοδαπός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ημεδαπός | ημεδαπή | ημεδαπό |
| Γενική | ημεδαπού | ημεδαπής | ημεδαπού |
| Αιτιατική | ημεδαπό | ημεδαπή | ημεδαπό |
| Κλητική | ημεδαπέ | ημεδαπή | ημεδαπό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ημεδαποί | ημεδαπές | ημεδαπά |
| Γενική | ημεδαπών | ημεδαπών | ημεδαπών |
| Αιτιατική | ημεδαπούς | ημεδαπές | ημεδαπά |
| Κλητική | ημεδαποί | ημεδαπές | ημεδαπά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →