καταδιώκω
•
- κυνηγώ κάποιον, για να τον συλλάβω ή για άλλο λόγο Βικιλεξικό
- Θεωρώντας ότι ο Κλαρκ ήταν ο δράστης, άρχισαν να τον καταδιώκουν, με τη συνδρομή ενός ελικοπτέρου της αστυνομίας, που ήταν εξοπλισμένο με υπέρυθρη κάμερα. (εφ. Το Βήμα, 22/3/2018)
- επιδιώκω με κάθε τρόπο να συναντήσω κάποιον, που δεν επιθυμεί τη συνάντηση Βικιλεξικό
- μεταφορικάβασανίζω, τύπτω, ενοχλώ Βικιλεξικό
- Μία γυναίκα νεκρή και μία που καταδιώκεται από αιώνιες τύψεις. (εφ. Ελευθεροτυπία, 5/1/2014)
Ετυμολογία
καταδιώκω < αρχαία ελληνική καταδιώκω < κατα- + διώκω ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική poursuivre)
Άλλοι τύποι
καταδιώκομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →